ἀμόργη

ἀμόργη, ἀμοργίς
See also: ἀμέργω
Page in Frisk: 1,95

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμόργη — ἀμόργη, η (AM) [ἀμέργω] μσν. είδος βαφής αρχ. 1. η ἀμοργίς* 2. το υδατώδες μέρος που εκφεύγει κατά την έκθλιψη τών ελιών, κατακάθι, μούργα …   Dictionary of Greek

  • ἀμόργη — ἄμοργις stalks of mallow (Malva silvestris) fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀμόργη watery part which runs out when olives are pressed fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀμόργης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμόργῃ — ἀμόργηι , ἄμοργις stalks of mallow (Malva silvestris) fem dat sg (epic) ἀμόργη watery part which runs out when olives are pressed fem dat sg (attic epic ionic) ἀμόργης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοργῇ — ἀμοργῆι , ἀμοργεύς one who presses olives masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀμόργη — Ἀμόργης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀμόργῃ — Ἀμόργης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμόργην — ἀμόργη watery part which runs out when olives are pressed fem acc sg (attic epic ionic) ἀμόργης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AMORGOS — insul, una ex iis, quas plerique Sporadas, Steph. vero et Eustathius Cycladas esse statuunt. Item, castellum quoddam, in Insul. Patria Simonidis Poetae, quihinc Amorginus dictus, Strab. l. 10. Sunt qui Amorgon insulam, ex qua ἀμόργη purpurae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μούργος — ο (Μ μοῡργος) νεοελλ. 1. μεγαλόσωμος ποιμενικός σκύλος, ιδίως με σκούρο χρώμα 2. ως επίθ. (για πρόσ.) αγριάνθρωπος, αγροίκος μσν. ως επίθ. (για ίππο ή ημίονο) σκούρος, σκοτεινός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μουργός (πρβλ. μούργα < αρχ. ἀμόργη). Κατ άλλους… …   Dictionary of Greek

  • Stockage des céréales — Les réserves de céréales constituent un élément vital pour la survie des groupes humains. Apparue aux environs de la révolution néolithique[1], la maîtrise du stockage des céréales est essentielle dans l organisation de la plupart des sociétés… …   Wikipédia en Français

  • αμέργω — (Α ἀμέργω) (ενεργ. και μέσ. με την ίδια σημασία) κόβω, δρέπω, μαζεύω από το δέντρο, τρυγώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη από την τεχνική ορολογία που τελικά περιέπεσε σε αχρηστία. Το ρήμα σημαίνει συνήθως «μαζεύω, συλλέγω» υποδηλώνοντας κυρίως την έννοια «αποσπώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.